Ολοένα αυξανόμενος αριθμός γυναικών, που πλησιάζουν στη «δύση» της αναπαραγωγικής τους ηλικίας, καταφεύγουν σε τράπεζες σπέρματος, προκειμένου να επιλέξουν τον κατάλληλο δότη για να αποκτήσουν ένα παιδί. Οι σύγχρονες απαιτήσεις της ζωής και η επιθυμία των γυναικών για επαγγελματική καταξίωση, καθώς και η συνειδητή επιλογή ορισμένων να πορευθούν μόνες τους στη ζωή και να αναλάβουν εξ ολοκλήρου την ανατροφή ενός παιδιού, τις οδηγεί στην αναζήτηση των επιθυμητών γονιδίων (χαρακτηριστικών) από αξιόπιστες τράπεζες σπέρματος, τόσο της Ελλάδας όσο και του εξωτερικού (εντός Ευρωπαϊκής Ενωσης).

Πληθώρα πληροφοριών, που αφορά τις τράπεζες σπέρματος και τους δότες, είναι διαθέσιμη στο Διαδίκτυο. Οι πληροφορίες αφορούν τα εξωτερικά χαρακτηριστικά των δοτών (ύψος, βάρος, χρώμα μαλλιών, χρώμα ματιών), ομάδα αίματος, καταγωγή, μορφωτικό επίπεδο και επάγγελμα. Για την πλειονότητα των δοτών διατίθενται επιπλέον πληροφορίες, όπως γενεαλογικό ιστορικό, στοιχεία προσωπικότητας, ενδιαφέροντα και φωτογραφίες από την παιδική τους ηλικία. Η ηλικία των δοτών είναι μεταξύ 20 και 30 ετών.
Οι δότες ελέγχονται σύμφωνα με τους κανονισμούς του Οργανισμού Παγκόσμιας Υγείας με μια σειρά αιματολογικών εξετάσεων και εξετάσεων σπέρματος, ώστε να αποκλειστεί το ενδεχόμενο μετάδοσης ασθενειών και να πιστοποιηθεί η καλή ποιότητα του δείγματος (υψηλή συγκέντρωση και κινητικότητα και ομαλή μορφολογία) αντίστοιχα.

Το δείγμα σπέρματος καταψύχεται και διατηρείται σε κατάλληλα δοχεία αποθήκευσης μέχρι ο δότης να επανεξεταστεί μετά από τρεις και έξι μήνες. Επειτα από αυτό τον διεξοδικό έλεγχο και αφού ο δότης κριθεί υγιής, το δείγμα του διατίθεται στην κατανάλωση. Σύμφωνα με την ελληνική νομοθεσία, που αφορά τις μεθόδους υποβοηθούμενης αναπαραγωγής και η οποία τέθηκε σε ισχύ τον Ιανουάριο του 2005, η ταυτότητα του δότη παραμένει μυστική και αντίστοιχα μυστική παραμένει η ταυτότητα της λήπτριας του δείγματος στον δότη. Η ανύπαντρη γυναίκα υποχρεούται να υπογράψει κατάλληλη συμβολαιογραφική πράξη αναγνώρισης του τέκνου και ανάληψης πλήρους ευθύνης για την ανατροφή του. Το σπέρμα του ίδιου δότη χρησιμοποιείται για συγκεκριμένο αριθμό γονιμοποιήσεων.
Σύμφωνα με τις δικλίδες που έχουν τεθεί, για κάθε δότη το σπέρμα μπορεί να χρησιμοποιηθεί μέχρι να γεννηθούν σε εθνικό επίπεδο 10 παιδιά, εκτός αν πρόκειται για αδέλφια (στην ίδια οικογένεια). Ο αριθμός αυτός είναι υπολογισμένος, έτσι ώστε να εκμηδενίζει ουσιαστικά την πιθανότητα να συναντηθούν κάποια στιγμή τα παιδιά αυτά μεταξύ τους στο μέλλον και να παντρευτούν.

Η απόκτηση ενός παιδιού με τη χρησιμοποίηση των μεθόδων της υποβοηθούμενης αναπαραγωγής εγείρει μια σειρά ψυχολογικών και ηθικών διλημμάτων, που έχουν επίπτωση τόσο στην υποψήφια μητέρα όσο και στο αγέννητο μωρό.
Οι ανησυχίες της ανύπαντρης μητέρας για το μέγεθος της ευθύνης που αναλαμβάνει φέροντας στον κόσμο ένα παιδί με σπέρμα δότη, όσον αφορά την ανατροφή του, τον κοινωνικό περίγυρο και τυχόν απορίες του παιδιού σχετικά με τον πατέρα του, είναι εύλογες. Παρ’ όλα αυτά, η ευτυχία και η ολοκλήρωση που φέρνει ο ερχομός ενός παιδιού, με όποιο τρόπο και αν αυτό έχει προέλθει, αντισταθμίζει τις όποιες ανησυχίες και φόβους. Καθημερινά ερχόμαστε σε επαφή με πολλές γυναίκες που καταφεύγουν σε αυτή τη λύση και η ευτυχία τους, όταν επιτέλους αποκτήσουν ένα παιδί, εκμηδενίζει τα αρχικά τους διλήμματα.

Advertisements